Ο Μάριος και η Κωνσταντίνα – Στα σοκάκια της Αθήνας
Follow us on Social Mediaxthreads
Η Αθήνα εκείνο το βράδυ είχε μια ζέστη που έμοιαζε να κολλά πάνω στο δέρμα. Τα φώτα των παλιών λαμπτήρων φώτιζαν στενά δρομάκια, κι η μυρωδιά από γιασεμί και νυχτολούλουδο ανακατευόταν με τον ήχο της πόλης στο βάθος.
Η Κωνσταντίνα περπατούσε γρήγορα, σχεδόν αποφασιστικά. Ήξερε πως ο Μάριος ήταν πίσω της· το είχε νιώσει πριν καν ακούσει τα βήματά του. Υπήρχε μια οικεία ένταση ανάμεσά τους, εκείνη η σιωπηλή συμφωνία που δεν χρειαζόταν λέξεις.
Σ’ ένα στενό που το σκέπαζαν κληματαριές, στάθηκε απότομα. Ο Μάριος πλησίασε, το πρόσωπό του φωτίστηκε από το μισό φως ενός παλιού φαναριού. Το βλέμμα του δεν ήταν ουδέτερο — ήταν αυτό το βλέμμα που μιλά για όσα πρόκειται να γίνουν, πριν καν συμβούν.
– Ξέρεις γιατί είμαι εδώ, είπε χαμηλά, με φωνή που έμοιαζε να αγγίζει το δέρμα της.
Η Κωνσταντίνα χαμογέλασε ανεπαίσθητα.
Ο Μάριος έκανε ένα βήμα πιο κοντά. Τα χέρια του βρήκαν τη μέση της και την τράβηξαν προς το μέρος του. Οι ανάσες τους μπερδεύτηκαν. Στην επόμενη στιγμή, οι πλάτες της ακούμπησαν στον τοίχο ενός παλιού σπιτιού. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, αλλά δεν υπήρχε φόβος — μόνο μια ανεξέλεγκτη επιθυμία.
Η κίνηση του ήταν σίγουρη, γεμάτη αποφασιστικότητα. Η Κωνσταντίνα ένιωθε κάθε άγγιγμα σαν ηλεκτρισμό που απλωνόταν σε όλο της το σώμα. Στο μυαλό της δεν υπήρχε πια η πόλη, ούτε οι ήχοι των δρόμων· μόνο εκείνος και η αίσθηση της παρουσίας του τόσο κοντά, τόσο έντονα.
Τα σώματά τους πλησίασαν ακόμα περισσότερο, και η στιγμή έγινε αδιαίρετη. Η Αθήνα γύρω τους συνέχιζε να ζει, αλλά για αυτούς, ο κόσμος είχε μικρύνει σε λίγα τετραγωνικά μέτρα φωτισμένου σοκακιού.
Το βλέμμα τους συναντήθηκε ξανά, και αυτό το βλέμμα δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το τι ακολουθούσε. Εκεί, μέσα στη ζεστή ατμόσφαιρα και την ησυχία της νύχτας, η ένταση έφτασε στο αποκορύφωμα, αφήνοντας τα υπόλοιπα στη σιωπή και στη φαντασία.
Η Κωνσταντίνα ένιωθε την ανάσα του Μάριου τόσο κοντά, που κάθε της σκέψη χανόταν. Η νύχτα μύριζε γιασεμί, αλλά εκείνος ήταν το μόνο άρωμα που την κρατούσε παρούσα.
– Έλα, της ψιθύρισε, και η φωνή του είχε κάτι που δεν σήκωνε αντίρρηση.
Βγήκαν από το στενό και άρχισαν να περπατούν χωρίς να μιλούν. Τα φώτα της πόλης χαμήλωναν πίσω τους, κι εκείνοι κατευθύνονταν προς τα πιο ήσυχα μέρη, μακριά από τον θόρυβο και τα βλέμματα.
Λίγα λεπτά αργότερα, ανέβαιναν μια παλιά ξύλινη σκάλα που έτριζε ελαφρά σε κάθε βήμα. Η πόρτα άνοιξε, και μπήκαν σε έναν χώρο μικρό, με χαμηλό φωτισμό και ανοιχτά παράθυρα που άφηναν τον αέρα να φέρνει τη μυρωδιά της καλοκαιρινής νύχτας.
Ο Μάριος στάθηκε πίσω της και έκλεισε αργά την πόρτα. Χωρίς να πει τίποτα, πλησίασε και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της, αφήνοντάς τα να γλιστρήσουν αργά. Η Κωνσταντίνα ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνά, ένα αίσθημα που ήταν μισό ανυπομονησία και μισό παράδοση.
Γύρισε και τον κοίταξε. Δεν υπήρχε λόγος για κουβέντες· ό,τι ήθελαν να πουν, το είχαν ήδη πει με τον τρόπο που κοιτούσαν ο ένας τον άλλον από τη στιγμή που συναντήθηκαν.
Η πόλη συνέχιζε κάπου μακριά, αλλά εδώ, μέσα σε αυτόν τον χώρο, υπήρχε μόνο η στιγμή τους. Τα βήματά τους έγιναν πιο αργά, οι κινήσεις πιο σίγουρες. Η ένταση που είχε ξεκινήσει στα σοκάκια της Αθήνας τώρα έβρισκε τον δρόμο της, κλείνοντας την υπόσχεση που είχε δοθεί με ένα βλέμμα.
Η Κωνσταντίνα ένιωθε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, σαν να συγχρονιζόταν με τη δική του. Ο Μάριος πλησίασε ακόμη περισσότερο και την κράτησε απαλά, σαν να ήθελε να της πει χωρίς λόγια πως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο.
Το βλέμμα τους συναντήθηκε ξανά και, χωρίς άλλη κουβέντα, άφησαν τα λόγια πίσω τους. Οι κινήσεις τους έγιναν αργές, προσεκτικές, γεμάτες τρυφερότητα αλλά και ένταση.
Μέσα στη σιωπή του δωματίου, με μόνο μάρτυρα τον νυχτερινό αέρα που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο, οι δυο τους ενώθηκαν. Έκαναν έρωτα με εκείνη την αίσθηση που δεν μετριέται σε χρόνο, αλλά σε ανάσες και βλέμματα. Την πήρε από πίσω χωρίς προφυλακτικό εκείνη βογγούσε μην μπορώντας να αντισταθεί. Παραδώθηκε στο καυλί του ενώ την άνοιγε, αλλά και εκείνος δεν άντεξε. Έχυσε μέσα στον κώλο της.
Κάθε άγγιγμα ήταν υπόσχεση, κάθε στιγμή μια επιβεβαίωση ότι η ένταση που είχε γεννηθεί στα σοκάκια της Αθήνας είχε βρει την ολοκλήρωσή της εδώ.
Κι όταν όλα ηρέμησαν, έμειναν έτσι, σιωπηλοί αλλά γεμάτοι, γνωρίζοντας ότι αυτή η νύχτα θα τους ακολουθούσε για πολύ καιρό.
Πώς σας φάνηκε η ιστορία;
☆
☆
☆
☆
☆
💬 Σχόλια (0)
💃
Μαρία, 32
📍 Θεσσαλονίκη
"Θέλω να μοιραστώ τις φαντασιώσεις μου..."
🔥
Ελένη, 25
📍 Πάτρα
"Ψάχνω κάτι πιο ερωτικό απόψε..."
🌹
Νίκη, 31
📍 Ιωάννινα
"Ψάχνω για πραγματικές εμπειρίες..."
Σχετικές ιστορίες
Πάθος
Απο τo ΙΕΚ στο ξενοδοχείο
Είμαι 35 χρόνων 1.85 88 κιλά πολύ εμφανίσιμος λένε αρκετά γοητευτικός. Είμαι παντρεμένος εδώ και 5 χρόνια και δεν έψαχνα για περιπέτειες αφού για να ξεκινήσεις κάτι θα πρέπει να έχεις χρόνο και εγώ λό...
Πάθος
Ο καυτός Σπιτονοικοκύρης
Follow us on Social Mediaxthreads Όταν ο Μάριος μετακόμισε σε εκείνο το μικρό διαμέρισμα στα Εξάρχεια, δεν περίμενε ότι το πιο ερεθιστικό στοιχείο του σπιτιού… θα ήταν ο ίδιος ο σπιτονοικοκύρης. Ο Ν...
Πάθος
Για μια παρτίδα χαρτιά
Είμαστε με το μωρό μου, τον κολλητό του και τον αδερφό του κολλητού του Χαλκιδική, σε ένα κλασσικό μπιτσόμπαρο για μπανάκι από το πρωί... πάει μεσημέρι και μια και είμαστε όλοι πτώματα από τις ατελείω...