Ο εκβιασμός της μαμάς μου (1ο μερος)
Λεπτομέρειες
Κατηγορία:
Ζω με τους γονείς μου και τις αδελφές μου στην επαρχία. Μεγάλωσα σε μια οικογένειά μικρομεσαίων ανθρώπων που τα έβγαζαν πέρα δύσκολα μεν αλλά με αξιοπρέπεια δε. Ο πατέρας μου 48 χρόνων τότε μεροκαματιάρης άνθρωπος, πολύ ευαίσθητος και γενικά αγαπητός σε όλους. Η μαμά μου (η οποία είναι και η πρωταγωνίστρια της ιστορίας) ήταν τότε 37 χρονών, άξια γυναίκα, καλοσυνάτη, γενικά απονήρευτη και πολύ θρήσκα. Είχε κοντό μαλλί, 1.68 ύψος, 3αρια βυζιά και ήταν γενικά παχουλούλα (καμπυλάτη).Ο κώλος της ήταν φαρδύς και αφράτος ενώ έστεκε περήφανα μέσα από τα φουστάνια που φορούσε. Ήταν δηλαδή μια γυναίκα μέτριας εμφάνισης που όμως περιποιόταν τον εαυτό της με ότι μέσα είχε και της επέτρεπαν τα οικονομικά μας.
Τα προβλήματα ξεκίνησαν μετά το θάνατο του θείου μου. Η θεία μου (αδερφή της μητέρας μου) μια μουνάρα (που όμως δε το επεδείκνυε) θα έπρεπε να βρει δουλειά για να μεγαλώσει τα ξαδέρφια μου. Η θεία μου και τα ξαδέρφια έμεναν Αθήνα και στο σπίτι τους μέναμε και εμείς όταν επισκεπτόμασταν την Αθήνα για δουλείες. Εγώ τότε έκανα μια θεραπεία σε δερματολόγο με αποτέλεσμα κάθε 2-3 Σαββατοκύριακα να κατεβαίνω με τη μητέρα μου Αθήνα για παρακολούθηση. Στις 2-3 τελευταίες επισκέψεις μας όμως στην Αθήνα είχα διακρίνει κάποια αλλαγή στη εμφάνιση της θείας μου ( έμοιαζε με εύθυμη χήρα) ενώ πέφτανε και κάποια τηλεφωνήματα που απέφευγε να μιλάει μπροστά μας. Επίσης οπότε πήγαινα τουαλέτα κρεμόταν πάνω από τη μπανιέρα ένα στρινγκ, πράγμα που μου είχε κάνει εντύπωση. Η μάνα μου σίγουρα ήξερε πιο πολλά αφού κρυφό συζητούσαν σαν να μην πρέπει να καταλάβω εγώ και τα ξαδέρφια μου.
Η απάντηση για τη περίεργη αλλαγή της θείας μου ήρθε ένα πρωί όταν άθελά μου την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο και να λέει:
- Δε γίνεται απόψε, είναι η αδερφή μου με το παιδί εδώ. Δε μπορώ να τους αφήσω και να φύγω.
Ο συνομιλητής της (άνδρας ήταν) δεν άκουγα φυσικά της έλεγε όμως, την πίεζε να πάνε κάπου το βράδυ.
- Θα μπορούμε να τα πούμε από Δευτέρα που θα είμαι πιο ελεύθερη. Σε παρακαλώ μη νευριάζεις...
και με ένα βαθύ αναστεναγμό κλείνει το τηλέφωνο, ενώ προηγούμενος της το είχε κλείσει ο άλλος. Έχει γκόμενο σκέφτηκα. Και μόνο που το σκέφτηκα καύλωνα, όμως έκανα ότι δεν ξέρω τίποτα. (Αργότερα έμαθα ότι τα είχε κατά καιρούς διαφόρους γκόμενους στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Εκείνοι με τη σειρά τους εκμεταλλευόταν την ανάγκη της και την ξεκώλιαζαν κανονικότατα. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δηλαδή δεν ήταν μόνο το καταναγκαστικό γαμήσι που έτρωγε, αλλά και διάφορα καψώνια που της έκαναν εκμεταλλευόμενοι την ανάγκη της).
Και φτάνουμε στη βραδιά που θα μας άλλαζε τη ζωή.
Ήταν μια ζεστή καλοκαιρινή βραδιά του Αυγούστου που εγώ με τη μητέρα μου έχω πάει Αθήνα. Το βράδυ μαθαίνω ότι θα πάμε για φαγητό και θα είναι και κάποιοι "κύριοι" μαζί. Αμέσως κατάλαβα ότι θα είναι κανένας που πηδάει τη θεία μου. Έτσι κατά τις 21:00 κατηφορίζουμε για μια πιτσαρία που δεν είναι πολύ μακριά από το σπίτι. Εδώ να σας πω ότι η θεία μου φορούσε ένα μπλουζάκι με βαθύ ντεκολτέ και ένα παντελόνι άσπρο που τόνιζε την κωλάρα της (η θεία μου ήταν λίγο πιο αδύνατη και λίγο πιο σκύλα στο πρόσωπο από τη μαμά), ενώ η μαμά μου ένα καφέ κολλάν που επίσης τόνιζε την κωλάρα της και μια μαύρη μπλούζα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δε μπορούσα να φανταστώ τι θα ακολουθούσε.
Όταν φτάσαμε αντικρίζω 4 άντρες ηλικίας από 45 έως 60 Εκείνοι είχαν πάει πιο πριν και είχαν αρχίσει με μπύρες. Αφού δόθηκαν οι συστάσεις, η θεία μου κάθισε δίπλα σε ένα τύπο, τον Τάκη που μας τον σύστησε σαν το φίλο της. Εγώ κατάλαβα αμέσως τι είδους φίλος ήταν αυτός. Της μαμάς μου της πρότειναν να κάτσει ανάμεσά σε δύο άνδρες όπου υπήρχε κενή θέση. Εγώ κάθισα στο κεφαλάρι του τραπεζιού, κάπως απόμερα από την υπόλοιπη παρέα. Δίπλα από τη μαμά μου από τη μία πλευρά καθόταν ένας τύπος 60αρης καραφλός με ένα σκουλαρίκι, πολύ περπατημένος και αρκετά γυμνασμένος για την ηλικία του. Τον έλεγαν Τζίμη και είχε άσχημο πρόσωπο, ενώ ήταν από τους τύπους που γενικά δεν είχε φραγμούς. Από την άλλη μεριά της μαμάς μου καθόταν ένας 45αρης καλής εμφάνισης και αυτός περπατημένος. Τον έλεγαν Κώστα και από τη στιγμή που κάτσαμε μου έκανε εντύπωση ότι ήταν ο πιο ομιλητικός με τη μαμά μου. Πολύ ευγενικός και της μιλούσε χαμηλόφωνα και χασκογελούσαν.
Προς τη μεριά τη δική μου κάθονταν ένας άλλος φίλος του Τάκη που δε θυμάμαι το όνομα του, ο Τάκης και δίπλα η θεία μου. Οι τύποι ήταν όλοι πολύ καλά ντυμένοι και είχαν πολλά λεφτά. Όπως έμαθα μετά ήταν άνθρωποι του υποκόσμου αλλά αυτά θα τα πούμε παρακάτω. Εγώ ήμουν αφοσιωμένος σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι και απλά άκουγα διάφορα πράγματα. Δε μου έδιναν καμία σημασία. Μόνο η μαμά μου, μου έριχνε που και που καμία ματιά σαν να ντρεπόταν για αυτό που γινόταν. Και ενώ η βραδιά συνεχιζόταν, κάποια στιγμή κάτι έλεγαν η θεία μου με τον Τάκη χαμηλόφωνα. Σαν να αντιδικούσαν για κάτι. Από εκείνη τη στιγμή η θεία μου σοβάρεψε απότομα και ήταν πολύ σκεφτική, ενώ ο Τάκης γύρισε από την άλλη μεριά αδιαφορώντας τελείως, και συνέχισε να κουβεντιάζει με τους φίλους του. Μετά από κάνα δεκάλεπτο καλεί η θεία μου τη μαμά μου να πάνε τουαλέτα. Όπως σηκώθηκαν αισθάνθηκα (χωρίς να κοιτάξω ) 4 ζευγάρια αντρικά βλέμματα να τις γδύνουν στη κυριολεξία. Τότε λέει ο Κώστας στον Τάκη:
- Τι έπαθε η δικιά σου και σοβάρεψε απότομα;
- Θίχτηκε με αυτό που της είπα. Αλλά τώρα πάει για να γίνει το μάθημα. Αν μπορεί ας κάνει και αλλιώς. Εσένα τι λέει η Ρουλίτσα.
- Ακόμα τίποτα. Αλλά θα το πει το τραγούδι της.
Τότε ο Τάκης απευθυνόμενος στο Τζίμη λέει:
- Τζίμη, θέλω να της τον κάνεις στρο-γγυ-λο. ( με έμφαση και συλλαβιστά).
- Ειδικότητα μου…
λέει ο Τζίμη και ξεσπάν όλοι σε γέλια εκτός από το Τζίμη που συνέχιζε να παίζει με το κινητό του. Όπως καταλάβατε ο στόχος αυτών των αντρών ήταν η μαμά μου και εγώ τα άκουγα όλα αυτά χωρίς καν να τους κοιτάζω. Κάπου εκεί επιστρέφουν οι δύο γυναίκες. Αυτή τη φορά ήταν και η μαμά μου προβληματισμένη και είχε ένα ύφος έτοιμη να βάλει τα κλάματα. Τι είχε συμβεί; Ο Τάκης είχε απαίτηση από τη θεία μου ότι για να της δώσει ένα ποσό που το είχε μεγάλη ανάγκη την άλλη μέρα, θα έπρεπε να πείσει τη μαμά μου να "κοιμηθεί" με το Τζίμη και τον Κώστα. Και από εδώ ξεκινάει ένας Γολγοθάς για τις δύο γυναίκες. Η μαμά μου, όπως έμαθα μετά, ήταν ανένδοτη όμως η θεία μου έβαλε τα κλάματα και την παρακάλεσε να είναι καλή μαζί τους. Αργότερα και ενώ η βραδιά συνεχιζόταν ο Κώστας γινόταν ολοένα και πιο κολλιτσίδα στη μάνα μου. Αυτός είχε αναλάβει το ρόλο να την τουμπάρει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Να της γαμήσει πρώτα το μυαλό και μετά να την κατακτήσουν ολοκληρωτικά.
Το τι της έλεγε δεν έμαθα ποτέ όμως φαντάζομαι ότι τις "τα έριχνε" κανονικά γιατί η μητέρα μου έδειχνε να νιώθει ιδιαίτερα άβολα. Που και που μου έριχνε και καμία ματιά μήπως και καταλάβω τίποτα από αυτά που συνέβαιναν όμως εγώ δεν έπαιρνα τα μάτια μου από το παιχνίδι μου. Δε μπορούσα να το φανταστώ όλο αυτό. Δηλαδή κάποιοι τύποι να καμακώνουν τη μαμά μου με σκοπό να την γαμήσουν, με εμένα παρών. Στη συνέχεια, κάποιος από τη παρέα πρότεινε να συνεχίσουμε σε ένα μπαρ κάπου στο Αιγάλεω. Φυσικά δεν πήραν τη γνώμη των γυναικών και τη δική μου και έτσι σε κάνα τέταρτο βρισκόμασταν σε ένα μικρό θεοσκότεινο (ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα σε μπαρ) παρακμιακό χώρο. Οι θαμώνες δεν ήταν πάνω από 10 και φαινόντουσαν όλοι άνθρωποι της "λάσπης". Εγώ άρχισα να νυστάζω και κάθισα σε μια καρέκλα ενώ η υπόλοιπη παρέα κοντά στο μπαρ όρθιοι. Ο Τάκης είχε αρχίσει να ποτίζει τη θεία μου ενώ όπως σηκώνω το βλέμμα μου βλέπω το Κώστα να έχει στριμώξει τη μαμά μου σε μια γωνιά και να της μιλάει πιο κοντά από ποτέ. Εκείνη ασφυκτιούσε όμως δεν την έπαιρνε να αντιδράσει ενώ με το βλέμμα της έψαχνε να βρει εμένα για να δει αν βλέπω αυτά που γινόταν. Εγώ όποτε με κοιτούσε κοιτούσα κάτω γιατί δεν ήθελα να καταλάβει ότι τα έβλεπα όλα. Κάποια στιγμή περνάει από κοντά μου ο Κώστας με τον Τάκη και έχουν τον εξής διάλογο.
- Τι έγινε ρε Κώστα; Δε βλέπω να την ποτίζεις τη μαντάμ.
- Δεν πίνει σταγόνα ρε η καργιόλα. Δεν πειράζει όμως, θέλω να τα καταλαβαίνει όλα απόψε.
Ωστόσο δίπλα στη μάνα μου είχε κολλήσει και ο Τζίμης ο οποίος όμως συνέχιζε να έχει αυτό το ύφος το απαξιωτικό. Σε κάποια φάση έγινε κάτι που ντράπηκα αλλά σύγχρονος καύλωσα πολύ. Έτσι όπως είχε κολλήσει ο Κώστας στη μάνα μου βλέπω το χέρι του να της χαϊδεύει το μπούτι και να προσπαθεί να της χουφτώσει τον κώλο. Η μητέρα μου τραβιέται και προσπαθεί να τον αποφύγει. Ταυτόχρονα κοιτάει προς το μέρος μου να δει αν είδα. Εγώ για άλλη μια φορά κοιτούσα το παιχνίδι μου. Τη θεία μου από την άλλη την είχαν μεθύσει και χόρευε ανάμεσα στον Τάκη και το φίλο του. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε η θεία μου έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού στη μάνα μου, της είπε να προσέχει και μπήκε στο αμάξι του Τάκη και του φίλου του. Εγώ με τη μαμά μου και τον Κώστα μπήκαμε στο αμάξι του Τζίμη. Τη μαμά μου τη βάλανε να κάτσει μπροστά, εγώ κάθισα πίσω από τον οδηγό και ο Κώστας στη μέση στο πίσω κάθισμα και ανάμεσα στα δυο μπροστινά καθίσματα.
Έκανα ότι κοιμόμουν και δεν είχα οπτική επαφή με τη μαμά μου. Κατά ένα περίεργο τρόπο όμως με είχα καυλώσει όλη η φάση και ήθελα να δω που μπορούσε να φτάσει το πράγμα. Ο Τζίμης βάζει μουσική και ξεκινάμε για το σπίτι. Η δικαιολογία που μου είπε η μαμά μου ήταν ότι οι δύο άνδρες θα ερχόντουσαν στο σπίτι για να πάρουν κάτι πράγματα και μετά θα έφευγαν. Κατά τη διαδρομή συζητούσαν διάφορα που λόγω μουσικής δε μπορούσα να ακούσω. Συνήθως μιλούσε ο Κώστας προς τη μάνα μου, ενώ ο Τζίμης οδηγούσε και είχε αυτή την αλαζονική στάση. Κάποια στιγμή η κουβέντα άρχισε να φουντώνει Ο Κώστας χαϊδεύει με το δάχτυλο του το στόμα της μάνας μου λέγοντας της:
- Πόσα καυλιά έχουν μπει σε αυτό το στόμα άραγε;
Η μάνα μου τραβάει το κεφάλι της και κοιτάει προς το μέρος μου χωρίς να με δει βέβαια.
- Σε παρακαλώ. Τι είναι αυτά;
- Ο γιόκας σου κοιμάται της λέει χαμογελαστά ο Κώστας. Μην ταράζεσαι. Θα τη βρούμε καλά απόψε. Τότε ο Τζίμη λύνει τη σιωπή του και λέει:
- Πως να μη ταράζεται ρε μαλάκα. Ξέρεις πως είναι να σε πηγαίνουν για γαμήσι; Αλήθεια μόνο ο αντρούλης σου σε γλεντάει;
- Ναι… απαντάει ξερά η μάνα μου.
- Ωραία, μπορείς απόψε να τον σκέφτεσαι μιας και δε θα μαζί σου.
Θεέ μου τι της λέγανε; Σίγουρα η μάνα μου δε θα περνούσε και πολύ καλά στη συνέχεια της βραδιάς. Είχε αρχίσει όμως να συμβιβάζεται με την ιδέα, ότι αυτοί οι δύο άγνωστοι άνδρες σε λίγο θα τη πηδούσαν κανονικά. Αυτό είχε καταφέρει ο Κώστας που την είχε πιάσει μονότερμα όλη νύχτα. Όταν φτάσαμε, ο Κώστας βγαίνει γρήγορα από το αυτοκίνητο και ανοίγει τη πόρτα της μάνας μου. Όταν πάει να βγει και η μάνα μου τρώει ένα μεγαλοπρεπέστατο χούφτωμα από το Τζίμη που πετάχτηκε σαν ελατήριο πάνω στον Κώστα. Στη συνέχεια έρχεται να βγάλει εμένα από το αυτοκίνητο που και καλά κοιμόμουν.
- Έλα Γιαννάκη φτάσαμε… μου λέει.
Όπως ανεβαίναμε τις σκάλες του σπιτιού, εγώ πρώτος, από πίσω η μαμά μου και πιο πίσω οι δύο άντρες άκουγα διάφορα
Πώς σας φάνηκε η ιστορία;
☆
☆
☆
☆
☆
💬 Σχόλια (0)
💋
Κατερίνα, 29
📍 Λάρισα
"Διάβασα μια ιστορία και ξύπνησε κάτι μέσα μου..."
❤️
Ιωάννα, 26
📍 Χανιά
"Κάνε μου παρέα σε μια ζεστή βραδιά..."
✨
Αθηνά, 27
📍 Βόλος
"Θέλω να γνωρίσω κάποιον ανοιχτόμυαλο..."
Σχετικές ιστορίες
Ρομαντισμός
Εκείνος και εγώ (1ο μέρος)
Λεπτομέρειες Κατηγορία: Ονομάζομαι Δέσποινα και είμαι 23 χρονών, καστανόξανθη, ψηλή (1.77) και αδύνατη (60 κιλά). Κάνω μεταπτυχιακό σε οικονομική σχολή και εκεί γνώρισα τον Βαγγέλη, 29 χρονών, μελαχ...
Ρομαντισμός
Μια αξέχαστη φορά.
Επιτέλους ήρθε η καινούργια συνάδελφος που θα μας βοηθούσε στις καλοκαιρινές άδειες.Με το που μπήκε μέσα , τράβηξε το βλέμμα μου αμέσως.Όχι γιατί πλέον θα ξεκουραζόμασταν λίγο αλλά γιατί είχε τα ποιο ...
Ρομαντισμός
Καλημέρα Βικτώρια
Λεπτομέρειες Κατηγορία: Το αγαπημένο μου σούρουπο είχε σκεπάσει προ πολλού την γοτθική επερχόμενη νύχτα, η οποία επρόκειτο να είναι μακράς διαρκείας, δίχως σταματημό στο πυκνό τοπίο της ηδονής, των τ...